Νίκου Βασιλική Νηπιαγωγείο Δημιουργίας

ΜΗΛΑ ΚΑΙ ΜΗΛΙΑ

Μήλα και μηλιά...
Μηλαράκια με τυπώματα μήλα...Κόβουμε το μήλο στη μέση βουτάμε την επίπεδη επιφάνεια του σε δαχτυλομπογιά και το πατάμε πάνω σε κίτρινο κάνσον...΄΄¨ενα μήλο την ημέρα το γιατρό τον κάνει πέρα...΄΄
ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ:


Βοηθητικό εργαλείο για να κάνουμε τα τυπώματα μας είναι ...ένα πηρούνι...
Πολλά μήλα ...διαφόρων ειδών και δέντρο μηλιάς.
Κόκκινο μήλο starkin.
 Μπανανόμηλο.
 Ξινόμηλο.
Φιρίκι.
Δέντρο Μηλιάς.
Παροιμίες για το μήλο και τη μηλιά.
-Ένα μήλο την ημέρα το γιατρό τον κάνει πέρα.
-Το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά θα πέσει.
-Το σάπιο μήλο σαπίζει και το γερό.
-Πέσε μήλο να σε φάω.
Πίνακες ζωγραφικής με μήλα...
Gustave Gurbet, Νεκρή Φύση με ρόδια και μήλα. 
Fantin La tour Henri Apples in Basket on Table
Νεκρη Φυση, Μηλα, Σεζαν

Νεκρη Φυση Με Φρουτα, Ρενουαρ
Παιδι Με Μηλο, Γεώργιος Ιακωβίδης
Ποίημα με το δέντρο της μηλιάς.
Τα μέρη του μήλου.

ΠΑΡΑΜΥΘΙ :ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΕΔΙΝΕ.
Παραμύθι :Τα τρία δέντρα...
ΤΑ ΤΡΙΑ ΔΕΝΤΡΑ 
Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα και 
είχαν μια κόρη που την αγαπούσαν πάρα πολύ. Μετά από λίγα 
χρόνια όμως, η βασίλισσα πέθανε. Και ο βασιλιάς επειδή πήγαινε 
όλο ταξίδια και επειδή δεν ήθελε να το κορίτσ’ να μένει συνέχεια 
μόνο του, εξαναγκάστηκε να ξαναπαντρευτεί. Όταν παντρεύτηκε και 
πήρε άλλη γυναίκα, άλλη βασίλισσα, αυτήν είχε κι άλλο δικό της 
παιδί, δικιά της κόρη! Και την άλλη (την κόρη του βασιλιά δηλαδή), 
δεν την αγαπούσε και σκεφτόταν κάθε μέρα πως και πώς να την 
κάνουν κακό, να την κάνουν ζημιά. Μια μέρα, λοιπόν , τη λέει η 
μητριά της: 
«να πάρεις το σταμνί και να πας να πάρεις νερό». 
Είχαν μια βρύση έξω απ’ το χωριό και πήγαιναν κι έπαιρναν νερό. 
Τι να κάν’ το κορίτσ’ , πηγαίν’ να πάρει νερό. Στο δρόμο που γύριζε 
για το σπίτι, συνάντησε ένα δέντρο το οποίο μιλούσε. Το δέντρο 
αυτό που ήταν μηλιά της λέει: 
«ρίξε μου κορίτσι μου λίγο νερό»! 
«Μπράβο» λέει η κοπέλα «να σε ρίξω»! 
«Να γίνεις κόκκινην κόκκινην κι αφράτην σαν τα μήλα μ’»! 
Πηγαίν’ πιο κάτω η κοπέλα, και βρήκε μια ελιά. 
«Ρίξε με κορίτσι μου κορίτσι μ λίγο νερό» 
«Μπράβο» λέει η κοπέλα «να σε ρίξω»! 
«Να φκιάκς (= φτιάξεις ) μαύρα μαλλιά, μαύρα μάτια και μαύρα 
φρύδια σαν τις ελιές μου» 
Πηγαίνει πιο κάτω, βρήκε άλλο δέντρο, μια λεύκα, που είναι ψηλή! 
«Θα με ρίξεις κι έμενα λίγο νερό»; Της λέει η λεύκα. 
«Μπράβο» λέει «να σε ρίξω»! 
«Να γίνεις ψηλή, ψηλή και λεπτή σαν εμένα»! 
Παίρν το σταμνί το κορίτσι, πάει ξαναγεμίζ και πήγε στο σπίτι 
της. Η μάνα της, η κακιά η μητριά της και η αδερφή της, τι να δουν; 
Είδαν μια κοπέλα πεντάμορφη! Μαύρα μαλλιά, κόκκινα μάγουλα, 
αφράτην, άσπρην, πολύ ωραία! 
«Τι έκανες»; Τη ρωτάνε. 
«Τίποτα» λέει η κοπέλα «συνάντησα τρία δέντρα και με μιλούσαν»! 
Λέει η βασίλισσα την κόρη της «εμπρός, να πας να πάρεις το σταμνί 
και να πας να πάρεις κι εσύ νερό»! 
Παίρν’ κι αυτή το σταμνί, πηγαίν’ το γεμίζ’ νερό, και στο δρόμο που 
πήγαινε για το σπίτι συνάντησε τη μηλιά. 
«Ρίξε με κορίτσι μ’ κι εμένα λίγο νερό» της λέει η μηλιά. 
«Δεν το πήρα για σένα το νερό» 
«Να κοκκινίσεις καινά σουφρώσεις» λέει «σαν τα μήλα μ»! 
Πηγαίν’ πιο πέρα, βρήκε την ελιά. 
«Ρίξε με κορίτσι μου λίγο νερό»! 
«Δεν το πήρα εγώ για σένα το νερό» λέει «εγώ το πήρα για την μάνα 
μου»! 
«Να μαυρίσεις να μαυρίσεις σαν τις ελιές μου»! 
Πηγαίν’ πιο πέρα βρήκε τη λεύκα. 
«Θα με ρίξεις» λέει «κι εμένα λίγο νερό»; 
«Όχι» λέει «δεν σε ρίχνω! Δεν το χω για σένα το νερό»! 
«Να γίνεις ψηλή, ψηλή κι αδύνατη σαν εμένα»! 
Γυρίζει η κοπέλα στο σπίτι, τι να δει η μάνα της; Ψηλή, 
σουφρωμένην, μαύρην! Αλλαγμένην πολύ! Έσκασε απ το κακό της! 
Τι να κάνουν; Πώς να την ξεφορτωθούν την όμορφη την κοπέλα; Σκεφτόταν μέρα-νύχτα τι να την κάνουν. Κι αποφάσισαν, λοιπόν, μια 
μέρα να πάνε βόλτα σ ένα βουνό. Η κακιά η μητριά είχε φτιάξει, 
όμως, κουλούρες αλμυρές για να δώσει στη κόρη να φάει. Πάνε, 
λοιπόν, στο βουνό, κάθονται σ ένα λοφάκι και δίνει η κακιά η 
μητριά στην (καλή) κόρη να φάει. Μόλις έφαγε, η κοπέλα δίψασε 
και θέλησε να πιει νερό. Κάτ’ χαμηλά ήταν ένας ποταμός που 
περνούσε. 
«Αμάν» λέει η κοπέλα «διψάω»! 
«Σκύψε να πιεις νερό» της λένε οι δυο κακίες γυναίκες! 
Σκύβει το κορίτσ να πιει νερό, τη σπρώχνουν μια με το πόδ και 
πέφτ μέσα στο ποτάμ! Φεύγουν αυτές αμέσως ,πάνε στο σπίτ και 
είπαν στο βασιλιά ότι χάθκε (-χάθηκε) το κορίτσ. Εκεί που έπεσε το 
κορίτσι, όμως, στον ποταμό και φώναζε «βοήθεια ,βοήθεια», 
περνούσε ένας ψαράς, ένας παππούς. Την πήρε στο σπίτι του, την 
έδωσε ρούχα να αλλάξει και την είχε σαν παιδί του! 
Μια μέρα περνούσε ένας βασιλιάς ,από άλλη χώρα, με το άλογο του, 
και είδε την κοπέλα. Πηγαίν , φωνάζει τον παππού, και του λέει: 
«τίνος είναι αυτό το κορίτσ; Είναι δικό σου το κορίτσ; Γιατί εγώ θα 
το πάρω»! 
«Μα εγώ το βρήκα το κορίτσ αυτού...» 
«είναι τόσο όμορφην» λέει ο βασιλιάς «που εμένα μ άρεσε και θα 
την πάρω»! 
Και την παντρεύτηκε ο βασιλιάς, και η αδερφή της με τη μάνα της 
έχουν σκάσει από το κακό τους!!!!

Φύλλα εργασίας: